Χαρακτηριστικά του εκφραστικού χορού [Ausdruckstanz] αποτέλεσαν η έκφραση ιδεών και συναισθημάτων μέσω της κίνησης, η διερεύνηση της σχέσης του ατόμου με τον κόσμο (φυσικό, μεταφυσικό ή/και κοινωνικό), ο αυτοσχεδιασμός και η ανάλυση της κίνησης ως προς τα εγγενή συστατικά της. Ο εκφραστικός χορός επηρεάστηκε από την καλλιτεχνική πρωτοπορία των αρχών του 20ού αιώνα και τα κινήματα του μοντερνισμού —ειδικότερα από τον εξπρεσιονισμό— ενώ ιστορικά συνδέεται με τον ελεύθερο χορό [Free dance] και τις σωματικές μεθόδους και θεωρίες των François Delsarte [Φρανσουά Ντελσάρτ] και Emile Jacques-Dalcroze [Εμίλ Ζακ-Νταλκρόζ].
Από τον 19o αιώνα ο Delsarte προσπάθησε να συνδέσει την κίνηση και τις χειρονομίες με τα συναισθήματα. Οι ιδέες του διαδόθηκαν στην Ευρώπη και την Αμερική μέσω των μαθητών και μαθητριών του, όπως ο Steele MacKaye [Στηλ Μακέυ] και η Genevieve Stebbins [Τζένεβιβ Στέμπινς] που εξέδωσε το 1886 το Εκφραστικό σύστημα του Ντελσάρτ [The Delsarte system of expression] επηρεάζοντας τις μετέπειτα (ανα)θεωρήσεις του χορού. Η ευρυθμία [eurythmics] του Dalcroze συνέδεε την κίνηση με την παιδαγωγική και την κατανόηση της μουσικής, ενώ στη σχολή του εξέταζε τις έννοιες του ρυθμού και της δυναμικής. Τέλος, η ανάπτυξη και διάδοση της «σωματικής κουλτούρας» [Physical culture] από τα τέλη του 19ου αιώνα, επηρέασε τις ιδέες, την αισθητική και τον προσανατολισμό του «ελεύθερου χορού», όπως εκφράστηκε από την Isadora Duncan [Ιζαντόρα Ντάνκαν/Ισιδώρα Ντάνκαν], τη Loie Fuller [Λόι Φούλλερ], τη Ruth St. Denis [Ρουθ Σαιντ Ντένις] και τη Maude Allan [Μωντ Άλλαν].
Η προσέγγιση της (ελεύθερης) κίνησης ως μέσου έκφρασης συναισθημάτων και ιδεών, ενισχύεται από τις θεωρίες και τη δράση του Rudolf von Laban [Ρούντολφ φον Λάμπαν]. Αναλύοντας τις ιδιότητες του κινούμενου σώματος στον χώρο και στον χρόνο και συνδέοντάς τα με την έννοια της εσωτερικής παρόρμησης που ενεργοποιεί και νοηματοδοτεί την κίνηση, ο Laban δημιούργησε ένα πλαίσιο δομημένου αυτοσχεδιασμού και μελέτης της κίνησης, αυτόνομο από τη μουσική ή τη θεματολογία. Οι μαθητές/μαθήτριές και συνεργάτες/συνεργάτριές του ανέπτυξαν στη συνέχεια διαφορετικές πλευρές του έργου του, με τη Mary Wigman [Μαίρη Βίγκμαν] και τον Kurt Jooss [Κουρτ Γιος] να αποτελούν τους/τις κύριους/κύριες εκπροσώπους του εκφραστικού χορού.
Ο Jooss, χορευτής και βοηθός του Laban (Tanzbühne), συνιδρυτής της ομάδας Die neue Tanzbühne [Νέα Σκηνή Χορού] στο Μύνστερ και αργότερα του Jooss-Leeder School of Dance στην Αγγλία, χορογράφησε και δίδαξε για σειρά ετών, επηρεάζοντας μετέπειτα χορογράφους όπως η Pina Bausch [Πίνα Μπάους]. Το πιο γνωστό έργο του, με ανοιχτά αντιπολεμικό χαρακτήρα, Der grüne Tisch [Το πράσινο τραπέζι, 1932] συνεχίζει να αποτελεί έργο ρεπερτορίου για ομάδες μπαλέτου ανά τον κόσμο. Η Wigman, συνδύασε τη μαθητεία και συνεργασία της με τον Laban, με σπουδές στη σχολή του Dalcroze, ενώ το 1919 ίδρυσε τη δική της σχολή χορού στη Δρέσδη. Τόσο στις χορογραφίες, όσο και στη διδασκαλία της, έδωσε έμφαση στην ένταση και τη χαλάρωση του σώματος ή μερών του. Μέσω της μαθήτριάς της, Hanya Holm [Χάνυα Χόλμ], στοιχεία του γερμανικού εκφραστικού χορού, όπως ο αυτοσχεδιασμός, μεταλαμπαδεύτηκαν στις Η.Π.Α., ενώ εκπρόσωποι του αμερικανικού μοντέρνου χορού, όπως η Doris Humphrey [Ντόρις Χάμφρεϋ] και η Martha Graham [Μάρθα Γκράχαμ], επεξεργάστηκαν και ανέπτυξαν παρεμφερείς ιδέες.
Ο εκφραστικός χορός διαμορφώθηκε στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, αλλά αργότερα, σύμφωνα με ορισμένους/ορισμένες μελετητές/μελετήτριες, συνδέθηκε με τον ναζισμό, καθώς πολλοί/πολλές καλλιτέχνες/καλλιτέχνιδες όπως η Wigman και ο Laban συνεργάστηκαν με το χιτλερικό καθεστώς.
Ο εκφραστικός χορός θεωρείται πρόδρομος του χοροθεάτρου [Tanztheater], ενώ συνέβαλλε στην ανάπτυξη της χοροθεραπείας.
Σημαντική ήταν και η επίδραση του εκφραστικού χορού στη διαμόρφωση της ελληνικής χορευτικής δημιουργίας και εκπαίδευσης κατά τον 20ό αιώνα. Η Κούλα Πράτσικα σπούδασε στη σχολή του Dalcroze (1927-1930), ενώ συσχετίστηκε με εκπροσώπους του εκφραστικού χορού, όπως ο Harald Kreutzberg [Χάραλντ Κρόιτσμπεργκ]. Μαθήτρια της Wigman υπηρξε και η διακεκριμένη χορεύτρια και χορογράφος Αγάπη Ευαγγελίδη. Αντίστοιχα, μετά τον B' Παγκόσμιο Πόλεμο και πριν ιδρύσει την ομάδα της Χορικά το 1966, η Ζουζού Νικολούδη παρακολούθησε σεμινάρια στη Ζυρίχη με τη Wigman, τον Kreutzberg και τη Rosalia Chladek [Ροζάλια Χλάντεκ].